WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
protest, protest about [sth], protest against [sth] vi + prep | (complain about) | διαμαρτύρομαι για κτ ρ αμ + πρόθ |
| | (με γενική) | διαμαρτύρομαι κατά ρ αμ + πρόθ |
| | The staff protested about having to work on a public holiday. |
| | Το προσωπικό διαμαρτυρήθηκε κατά της εργασίας την ημέρα της δημόσιας αργίας. |
| protest [sth]⇒ vtr | (in public) (με γενική) | διαμαρτύρομαι κατά, διαδηλώνω κατά ρ αμ + πρόθ |
| | A crowd gathered to protest the new law. |
| | Κόσμος συγκεντρώθηκε για να διαμαρτυρηθεί κατά του νέου νόμου. |
| protest [sth] vtr | (assert strongly) | επιμένω σε κτ, επιμένω ότι/πώς ρ αμ + πρόθ |
| | | διαβεβαιώνω για κτ ρ μ + πρόθ |
| | | διαδηλώνω ρ μ |
| | Matt thinks Rob stole his phone, but Rob is protesting his innocence. |
| | Ο Ματ θεωρεί πως ο Ρομπ του έκλεψε το τηλέφωνό του, αλλά ο Ρομπ επιμένει πως είναι αθώος. |
protest, protest that vtr | (with clause: assert) (ότι/πως) | επιμένω ρ μ |
| | (ότι/πως) | διαβεβαιώνω ρ μ |
| | (ότι/πως) | διαδηλώνω ρ μ |
| | The defendant protested that he had never even met his accuser before. |
| protest n | (public, against policy) | διαμαρτυρία ουσ θηλ |
| | (πορεία) | διαδήλωση ουσ θηλ |
| | There was a protest last weekend against the new law. |
| | Έγινε μια διαδήλωση το περασμένο σαββατοκύριακο κατά του νέου νόμου. |
| protest n | (official complaint) | διαμαρτυρία ουσ θηλ |
| | (επίσημο) | καταγγελία ουσ θηλ |
| | Carol went to the boss to register her protest about the new working conditions. |
| | Η Κάρολ πήγε στο αφεντικό για να δηλώσει τη διαμαρτυρία της κατά των νέων συνθηκών εργασίας. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: